λοκρός

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Δία και της Μαίρας, κόρης του Προίτου και της Αντείας. Βοήθησε τον Αμφίωνα και τον Ζήθο να χτίσουν τη Θήβα. 2. Γιος του Δία και της Μεγακλούς ή Μεγακλίτης, κόρης του Μάκαρα, και αδελφός της Θήβης. Βοήθησε στους αποικισμούς των Υποπλακίων Θηβών. 3. Γιος του Φύσκου, που ίδρυσε την Αμφικτυονία. Παντρεύτηκε την Πρωτογένεια ή την Κοβύη, κόρη του Οπούντα, βασιλιά των Eπαών, από τον οποίο ονομάστηκε το παιδί που γεννήθηκε, ο Οπούς. Ο Λ. θεωρείτο γενάρχης και συνοικιστής των Λοκρών. 4. Γιος του Φαίακα και της Σχερίας, αδελφός του Αλκίνοου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, συνέπραξε με ένα τμήμα του λαού στην Ιταλία, όπου τον φιλοξένησε ο Λακίνος. Παντρεύτηκε την κόρη του Λακίνου, Λαυρίνη. Κάποτε, ενώ φιλοξενούσε και περιποιόταν τον Ηρακλή, ο τελευταίος τον σκότωσε άθελά του. Όταν ο Ηρακλής αναγνωρίστηκε ως θεός, παρουσιάστηκε στους κάτοικους της περιοχής στον ύπνο τους και τους διέταξε να χτίσουν την πόλη Λοκροί στο σημείο όπου είχε ταφεί ο Λ.
* * *
-ή, -ό (Α Λοκρός, -ά, -όν)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Λοκρίδα ή προέρχεται από τη Λοκρίδα, λοκρικός
2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) οι Λοκροί
οι κάτοικοι τής Λοκρίδας, περιοχής σήμερα τής Στερεάς Ελλάδας, οι οποίοι κατά την αρχαία εποχή αποτελούσαν τρεις φυλές, τους Οπουντίους, που κατοικούσαν απέναντι από την Εύβοια, τους Επικνημιδίους, που κατοικούσαν στο όρος Κνημίς στον Μαλιακό κόλπο, και τους Επιζεφυρίους ή Ζεφυρίους, που ήταν άποικοι και κατοικούσαν κοντά στο όρος Ζεφύριο τής Κάτω Ιταλίας
αρχ.
παροιμ. «Λοκρῶν σύνθημα» — λεγόταν σε περιπτώσεις απάτης ή δόλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Σύμφωνα με μια άποψη, που όμως δεν φαίνεται πολύ πιθανή, η λ. Λοκρός, -οί σχηματίστηκε κατ' απόσπαση από το σύνθ. *Λοκρόμαχοι (πρβλ. Δωριεῖς: Δωρίμαχοι) και συνδέεται με τον τ. λικροί* λεκροί].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λοκρός — the Locrians masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λόκρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκρῶν — Λοκρός the Locrians fem gen pl Λοκρός the Locrians masc/neut gen pl Λοκροί the Locrians masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκρόν — Λοκρός the Locrians masc acc sg Λοκρός the Locrians neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκροῖο — Λοκρός the Locrians masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκροῖς — Λοκρός the Locrians masc/neut dat pl Λοκροί the Locrians masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκροῖσι — Λοκρός the Locrians masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) Λοκροί the Locrians masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκροί — Λοκρός the Locrians masc nom/voc pl Λοκροί the Locrians masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκροῦ — Λοκρός the Locrians masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοκρούς — Λοκρός the Locrians masc acc pl Λοκροί the Locrians masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.